λώρος, ομφάλιος


λώρος, ομφάλιος
Μακρύ και λεπτό εύκαμπτο στέλεχος που συνδέει το έμβρυο με τον πλακούντα. Αποτελείται από την ομφαλική φλέβα, τις δύο ομφαλικές αρτηρίες, τον βλεννώδη συνδετικό ιστό και τον ουραχό. Το μήκος του είναι μεταβλητό και κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 40-60 εκ., ενώ το πάχος του είναι 0,8-2 εκ. Βασική λειτουργία του ο.λ. είναι η προσαγωγή του φλεβικού αίματος στον πλακούντα και η επαναφορά του αρτηριακού αίματος. Κατά τη διάρκεια του τοκετού, ο ο.λ. πρέπει να δένεται με λαβίδα για να σταματήσει η ροή του αίματος και να κόβεται σε απόσταση 2 με 3 εκ. από τον ομφαλό. Ανωμαλίες στη διάπλαση του ο.λ. μπορεί να προκαλέσουν σοβαρές επιπλοκές. Όταν είναι πολύ μικρός, μπορεί να προκαλέσει πρόωρη αποκόλληση του πλακούντα, ενώ όταν είναι υπερβολικά μεγάλος, μπορεί να περιτυλιχθεί γύρω από τον λαιμό του εμβρύου και να του προκαλέσει θανάσιμη ασφυξία.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ομφάλιος — ομφάλιος, α, ο και ομφαλικός, ή, ό αυτός που ανήκει στον αφαλό: Ομφάλιος λώρος. – Ομφαλική χώρα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λώρος — ο (AM λῶρος) δερμάτινο λουρί, ταινία, λουρίδα, ιμάντας νεοελλ. ιατρ. το σύνολο τών στοιχείων με τα οποία συνδέεται το έμβρυο με τον πλακούντα, αλλ. ομφάλιος λώρος μσν. 1. είδος αψίδας 2. χρυσή επωμίδα 3. λουριδωτός επενδύτης τών αυτοκρατόρων και… …   Dictionary of Greek

  • ομφάλιος — α, ο (ΑΜ ὀμφάλιος, ία, ον) [ομφαλός] το ουδ. ως ουσ. το ομφάλιον (στο Βυζ.) στρογγυλή πλάκα από χρωματιστό μάρμαρο που τοποθετείται στο κέντρο τού μωσαϊκού ή μαρμάρινου δαπέδου αιθουσών, ναών κ.λπ. νεοελλ. 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον… …   Dictionary of Greek

  • λώρος — ο 1. ταινία, λουρίδα. 2. (ιατρ.), «ομφάλιος λώρος», μακρύς και λεπτός σωλήνας που συνδέει τον ομφαλό του εμβρύου με τον πλακούντα της μητέρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ομφαλός — ο (ΑΜ ὁμφαλός) 1. οπή τής κοιλιάς τού εμβρύου για τη δίοδο τών ομφαλικών αγγείων, στην περιφέρεια τής οποίας προσφύεται το περίβλημα τού ομφάλιου λώρου 2. το μέσο τού σώματος (α. «από τον ομφαλό και πάνω» β. «γυμνὰς δὲ ὀμφαλοῡ μέχρι θεώμενος τὰς… …   Dictionary of Greek

  • αδέλφι — και αδέρφι, το (Α ἀδέλφιον) [ἀδελφός] αδελφός ή αδελφή νεοελλ. 1. το ένα από δύο όμοια πράγματα, που μαζί αποτελούν ζεύγος 2. όμοιος, ταίρι 3. αγαπητός, αχώριστος φίλος 4. φύλλο που φύεται μαζί με άλλο από το ίδιο στέλεχος 5. ο πλακούντας τού… …   Dictionary of Greek

  • αφαλός — ο και αφάλι, το 1. η κοιλότητα στο μέσο της κοιλιάς, ο ομφαλός 2. ο ομφάλιος λώρος 3. άξονας ή τρύπα στο μέσο εργαλείου κ.λπ. («ο αφαλός του ψαλιδιού, της ρόδας, της μυλόπετρας») 4. η καντηλήθρα 5. φρ. α) «λύθηκε ο αφαλός μου» (από τα πολλά γέλια …   Dictionary of Greek

  • κλήμα — Ονομασία έντεκα οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 600 μ., 23 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μεσολογγίου του νομού Αιτωλοακαρνανίας. Βρίσκεται στο νότιο τμήμα του νομού, στις ανατολικές πλαγιές του όρους Αράκυνθος. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek

  • ομφαλίδα — η (Α ὀμφαλίς, ίδος) [ομφαλός] ο ομφάλιος λώρος …   Dictionary of Greek

  • ομφαλομαντεία — η είδος μαντείας κατά την οποία εξετάζεται με προσοχή ο ομφάλιος λώρος νεογέννητου βρέφους για να προμαντευθεί ο αριθμός τών παιδιών που θα γεννήσει συνολικά η μητέρα του …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.